Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Η Σταύρωσις του Κυρίου


«πί ξύλου βλέπουσα κρεμάμενον, Χριστέ... »



      Τό βράδυ τς Μεγάλης Πέμπτης (Μεγάλη Παρασκευή)  κκλησία μς τελε τήν μοναδική καί θαυμάσια  κολουθία τν Παθν το Κυρίου, ποία εναι ερέως γνωστή ς κολουθία τν «δώδεκα εαγγελίων», ξαιτίας το γεγονότος, τι περιέχει τήν νάγνωση δώδεκα εαγγελικν περικοπν  ο ποες περιγράφουν λα τά θαυμαστά  γεγονότα τν Παθν το Κυρίου.

Τά χραντα  Πάθη το Χριστο ναφέρονται ναλυτικά στό συναξάρι τς μέρας μέ τήν σειρά, πού λαβαν χώρα:  Τή γία καί Μεγάλη Παρασκευή τά για καί σωτήρια καί φρικτά Πάθη το Κυρίου καί Θεο καί Σωτρος μν ησο Χριστο πιτελομεν· τούς μπτυσμούς, τά ραπίσματα, τά κολαφίσματα, τάς βρεις, τούς γέλωτας, τήν πορφυράν χλαίναν, τόν κάλαμον, τόν σπόγγον, τό ξος, τούς λους, τήν λόγχην· καί πρό πάντων τόν σταυρόν καί τόν θάνατον,  δί’ μς κν κατεδέξατο· τι δέ καί τήν το εγνώμονος ληστο, το συσταυρωθέντος ατ, σωτήριον ν τ σταυρ μολογίαν.

«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας. Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων βασιλεύς. Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανον ἐν νεφέλαις. 'Ράπισμα κατεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ. Ἥλοις προσηλώθη ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγχη ἐκεντήθη ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. Προσκυνοῦμέν σου τὰ πάθη, Χριστέ. Δεῖξον ἡμῖν καὶ τὴν ἒνδοξόν σου ἀνάστασιν».
«... Ἄφες αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην.
οὐ γὰρ οἴδασιν οἱ ἄνομοι, τί ἀδίκως πράττουσιν
» 
  
             Υός το Θεο, τό να πό τά τρία πρόσωπα τς γίας Τριάδας, προδίδεται, συλλαμβάνεται καί  δηγεται ς γκληματίας στό δικαστήριο,   νέχεται τόν ξευτελισμό καί τά βασανιστήρια τν φανατισμένων ουδαίων, σηκώνει στούς μους Το τόν Σταυρό καί νέρχεται στόν φρικτό Γολγοθά. κε, πλώνοντας τά χραντα χέρια Του στόν Σταυρό πομένει τόν πιό πονείδιστο θάνατο, νάμεσα σέ δύο ληστές καί δίδει «τήν ψυχήν το λύτρον ντί πολλν», γιά νά ξαλείψει τίς μαρτίες λου του νθρωπίνου γένους! δέ Σταυρός μελλε πό κείνη τήν μέρα νά μεταβληθε πό ταπεινωτικό μέσο κτέλεσης καί τιμωρίας σέ αώνιο  σύμβολο νίκης, θριάμβου, πίστης καί σωτηρίας.
Ο θλιοι σταυρωτές Του νομίζοντας, πώς εχαν  πιτύχει τήν τιμωρία καί τήν ξόντωσή Του, μπαίζουν τόν Κύριο προκαλώντας Τόν νά κατεβε πό τόν Σταυρό, γιά νά ποδείξει μέ ατόν τόν τρόπο τήν θεότητά Του, τόν χλευάζουν ς ψεύτικο βασιλέα, παίζουν στά ζάρια τά μάτιά Του καί στήν δίψα Το προσφέρουν  ξύδι ντί γιά νερό. « τς παραφροσύνης καί τς χριστοκτονίας!» Χριστός μως, δέν κάνει τίποτε π’σα Τόν προτρέπουν. Δέν θέλει νά ξαναγκάσει τούς νθρώπους στήν πίστη κάνοντας να κόμη μεγάλο θαμα. Θέλει ο νθρωποι νά πιστέψουν πό καρδις καί  μέ τήν λεύθερη βούλησή τους.

«... Ἐγείρεσθε, προσεύξασθε, μὴ τίς με ἀρνήσηται
 βλέπων με ἐν τῷ σταυρῷ. Μακρόθυμε δόξα σοι»
νας πό τούς δύο ληστές συναισθανόμενος τήν θεότητα το Χριστο καί τήν δική του μαρτία ναφωνε τήν σωτηριώδη μολογία : «μνήσθητί μου Κύριε ν τή Βασιλεία σου» γιά νά κούσει μέσως τήν δεσποτική διαβεβαίωση «…σήμερον μετ’ μο ση ν τ παραδείσω» καί νά κερδίσει πό κείνη κιόλας τήν ρα μία θέση στήν Βασιλεία το Θεο.    
Κύριος λίγο πρίν τό τέλος, ατεται τήν συγχώρεση γιά τούς σταυρωτές Του καί «κλίνας τήν κεφαλή» παραδίδει τό πνεμα, πακούοντας  πρός στιγμήν στήν «φυσική» νομοτέλεια. Θεός πεθαίνει γιά τούς νθρώπους καί λη πλάση συμπάσχει καί συνταράσσεται. «… λιος τάς κτίνας πέκρυψε, καί τό φέγγος ο στέρες πεβάλοντο. γ δέ σύν πολλ τ φόβω συνεκλονετο. θάλασσα φυγε, καί α πέτραι διερρύγνυντο. Μνημεα δέ πολλά νεώχθησαν, καί σώματα γέρθησαν γίων νδρν.» Τα σημεα, ατά καναν τόν κατόνταρχο τς φρουρς νά μολογήσει μέ παρρησία: « ληθς Θεο υός ν οτος» καί νά πιστέψει.



«ξέδυσαν μέ τά μάτιά μου
και ενέδυσαν με χλαμύδα κοκκίνην.
θηκαν πί τήν κεφαλήν μου
στέφανον ξ κανθν
καί πί τήν δεξιάν μου χείρα
δωκαν κάλαμον,
να συντρίψω ατούς
ς σκεύη κεραμέως».


Ο μαθητές Το βρίσκονται σκορπισμένοι καί κρυμμένοι «διά τόν φόβο τν ουδαίων». Κάτω πό τόν Σταυρό βρίσκεται μόνο Παναγία μας  καί ωάννης «γαπημένος μαθητής», στόν ποο Κύριος μπιστεύεται στό ξς τήν μητέρα Του.
νερχόμενοι νοερά στόν Γολγοθά καί τενίζοντας τόν Σταυρό το Κυρίου μας, ς προσπαθήσουμε νά συναισθανθομε τό μεγαλεο του Πάθους καί το Θανάτου Του καί ς Τόν δοξάσουμε μέ εγνωμοσύνη πολλή γιά τήν σωτηρία μας. ς μολογήσουμε τήν πίστη μας σέ κενον μέ θάρρος, πως κατόνταρχος. ς  Τόν γαπήσουμε ληθινά  κι ς μήν Τόν γκαταλείψουμε ποτέ, πως ωάννης.  Τέλος, ς μιμηθομε τήν βαθειά καί ελικρινή  μετάνοια το ληστ γιά νά κούσουμε κι μες το  «… σήμερον μετ’ μο ση ν τ παραδείσω..» καί νά κερδίσουμε τήν Βασιλεία το Θεο.







Οι Κατηχητές του Ιερού Ναού






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου